Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dogma
01
δόγμα, δογματισμός
a notion or system of notions that one has to accept without questioning or arguing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dogmas
02
δόγμα, πιστεύω
a belief or a belief system held by an authority who proclaims it to be undeniably true and expects immediate acceptance
Παραδείγματα
The church's dogma was strictly enforced, leaving no room for dissenting opinions.
Το δόγμα της εκκλησίας εφαρμόστηκε αυστηρά, χωρίς να αφήνει χώρο για διαφορετικές απόψεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dogmatism
dogma



























