Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to doff
01
αφαιρώ, βγάζω
to take off clothing or a covering
Transitive: to doff clothes or accessories
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doff
γ΄ ενικό πρόσωπο
doffs
ενεστώτα μετοχή
doffing
απλός αόριστος
doffed
παθητική μετοχή
doffed
Παραδείγματα
In the medieval play, the actors would doff their helmets after a victorious battle.
Στο μεσαιωνικό έργο, οι ηθοποιοί έβγαζαν τα κράνη τους μετά από μια νικηφόρα μάχη.



























