to doff
doff
dɒf
dof
toffscofftroughone-off

Ορισμός και σημασία του "doff"στα αγγλικά

to doff
01

αφαιρώ, βγάζω

to take off clothing or a covering 
Transitive: to doff clothes or accessories
to doff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doff
γ΄ ενικό πρόσωπο
doffs
ενεστώτα μετοχή
doffing
απλός αόριστος
doffed
παθητική μετοχή
doffed
Παραδείγματα
In the presence of royalty, it is customary to doff one's hat as a sign of reverence. 

Στην παρουσία της βασιλείας, συνηθίζεται να βγάζει κανείς το καπέλο του ως ένδειξη σεβασμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store