to doff
Pronunciation
/ˈdɔf/

Ορισμός και σημασία του "doff"στα αγγλικά

to doff
01

αφαιρώ, βγάζω

to take off clothing or a covering
Transitive: to doff clothes or accessories
to doff definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
doff
γ΄ ενικό πρόσωπο
doffs
ενεστώτα μετοχή
doffing
απλός αόριστος
doffed
παθητική μετοχή
doffed
Παραδείγματα
In the medieval play, the actors would doff their helmets after a victorious battle.
Στο μεσαιωνικό έργο, οι ηθοποιοί έβγαζαν τα κράνη τους μετά από μια νικηφόρα μάχη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store