Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abbreviate
01
συντομεύω, περικόπτω
to shorten the form of a word or a group of words to represent all of it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abbreviate
γ΄ ενικό πρόσωπο
abbreviates
ενεστώτα μετοχή
abbreviating
απλός αόριστος
abbreviated
παθητική μετοχή
abbreviated
02
συντομεύω, περικόπτω
reduce in scope while retaining essential elements
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
abbreviated
abbreviation
abbreviator
abbreviate
abbrevi



























