dock-walloper
Pronunciation
/dˈɑːkwˈɑːloʊpɚ/

Ορισμός και σημασία του "dock-walloper"στα αγγλικά

01

λιμενεργάτης, εφορτωτής πλοίων

a laborer who loads and unloads vessels in a port
dock-walloper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dock-wallopers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store