Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to docket
01
καταχωρίζω στο ημερολόγιο δικών, τοποθετώ στον κατάλογο υποθέσεων
place on the docket for legal action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
docket
γ΄ ενικό πρόσωπο
dockets
ενεστώτα μετοχή
docketing
απλός αόριστος
docketed
παθητική μετοχή
docketed
02
περιλήψει, καταχωρίζω
make a summary or abstract of a legal document and inscribe it in a list
Docket
01
ημερήσια διάταξη, πρόγραμμα
a temporally organized plan for matters to be attended to
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dockets
Παραδείγματα
The court administrator distributed copies of the docket to legal professionals attending the trial.
Ο διαχειριστής του δικαστηρίου μοίρασε αντίγραφα του καταλόγου υποθέσεων στους νομικούς επαγγελματίες που παρακολουθούσαν τη δίκη.



























