dividend
di
ˈdɪ
ντι
vi
βι
dend
ˌdɛnd
ντενντ
/dˈɪvɪdənd/

Ορισμός και σημασία του "dividend"στα αγγλικά

01

μέρισμα

an amount of money paid regularly to the shareholders of a company
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dividends
Παραδείγματα
The board decided to increase the dividend this year.
Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να αυξήσει το μέρισμα φέτος.
02

μέρισμα, κέρδος

a bonus, reward, or share of surplus
Παραδείγματα
Volunteers reaped the dividends of their efforts.
Οι εθελοντές απέκτησαν τα μερίσματα των προσπαθειών τους.
03

διαιρετέος, ο αριθμός που διαιρείται σε ένα πρόβλημα διαίρεσης

(mathematics) the number to be divided in a division problem
Παραδείγματα
The dividend can be any real or complex number, depending on the context of the division operation.
Το μέρισμα μπορεί να είναι οποιοσδήποτε πραγματικός ή μιγαδικός αριθμός, ανάλογα με το πλαίσιο της πράξης διαίρεσης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store