alluring
Pronunciation
/əˈlʊrɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "alluring"στα αγγλικά

01

γοητευτικός, συναρπαστικός

mysteriously attractive or exciting
alluring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alluring
συγκριτικός βαθμός
more alluring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His alluring physique, sculpted through hours of dedicated exercise, turned heads wherever he went.
Το γοητευτικό του σώμα, γλυμμένο μέσα από ώρες αφοσιωμένης άσκησης, γύριζε κεφάλια όπου κι αν πήγαινε.

Λεξικό Δέντρο

alluring
allure
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store