alluring
a
ə
ē
llu
ˈljʊə
lyue
ring
rɪng
ring
altering

Ορισμός και σημασία του "alluring"στα αγγλικά

01

γοητευτικός, συναρπαστικός

mysteriously attractive or exciting 
alluring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alluring
συγκριτικός βαθμός
more alluring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her alluring smile and captivating eyes drew everyone's attention in the room. 

Το γοητευτικό της χαμόγελο και τα συναρπαστικά μάτια της τράβηξαν την προσοχή όλων στο δωμάτιο.

Λεξικό Δέντρο

alluring
allure
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store