Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allure
01
γοητεύω, προσελκύω
to attract or tempt someone, particularly by offering or showing something appealing
Transitive: to allure sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allure
γ΄ ενικό πρόσωπο
allures
ενεστώτα μετοχή
alluring
απλός αόριστος
allured
παθητική μετοχή
allured
Παραδείγματα
The luxurious resort allured tourists with its stunning beaches and lavish amenities.
Το πολυτελές θέρετρο γοήτευε τους τουρίστες με τις εκπληκτικές παραλίες και τις πολυτελείς παροχές του.
Allure
01
γοητεία, γλύκα
the quality of attracting someone by being fascinating and glamorous
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She possessed an undeniable allure that captivated everyone around her.
Διέθετε μια αδιαμφισβήτητη γοητεία που μαγεύει όλους γύρω της.



























