ditto
di
ˈdɪ
ντι
tto
toʊ
του
/dˈɪtə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "ditto"στα αγγλικά

01

το σύμβολο 〃 που χρησιμοποιείται κάτω από μια λέξη σε μια λίστα για να δείξει ότι επαναλαμβάνεται και να αποφευχθεί η εκ νέου γραφή της, το σημάδι 〃 που τοποθετείται κάτω από μια λέξη για να υποδηλώσει την επανάληψή της χωρίς να χρειάζεται να γραφτεί ξανά

the symbol〃used under a word in a list to show that it is repeated and to avoid writing it down again
ditto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dittos
01

Το ίδιο, Ομοίως

used to express agreement, confirmation, or acknowledgment of a statement or sentiment
ditto definition and meaning
Παραδείγματα
Ditto, I ca n't wait for the weekend.
Το ίδιο, ανυπομονώ για το σαββατοκύριακο.
to ditto
01

επαναλαμβάνω, επιμένω

repeat an action or statement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ditto
γ΄ ενικό πρόσωπο
dittos
ενεστώτα μετοχή
dittoing
απλός αόριστος
dittoed
παθητική μετοχή
dittoed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store