Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ditto
01
το σύμβολο 〃 που χρησιμοποιείται κάτω από μια λέξη σε μια λίστα για να δείξει ότι επαναλαμβάνεται και να αποφευχθεί η εκ νέου γραφή της, το σημάδι 〃 που τοποθετείται κάτω από μια λέξη για να υποδηλώσει την επανάληψή της χωρίς να χρειάζεται να γραφτεί ξανά
the symbol〃used under a word in a list to show that it is repeated and to avoid writing it down again
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dittos
ditto
01
Το ίδιο, Ομοίως
used to express agreement, confirmation, or acknowledgment of a statement or sentiment
Παραδείγματα
Ditto, I ca n't wait for the weekend.
Το ίδιο, ανυπομονώ για το σαββατοκύριακο.
to ditto
01
επαναλαμβάνω, επιμένω
repeat an action or statement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ditto
γ΄ ενικό πρόσωπο
dittos
ενεστώτα μετοχή
dittoing
απλός αόριστος
dittoed
παθητική μετοχή
dittoed



























