Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
District
01
περιοχή, δήμος
an area of a city or country with given official borders used for administrative purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
districts
Παραδείγματα
The industrial district is home to factories and warehouses.
Η βιομηχανική περιοχή φιλοξενεί εργοστάσια και αποθήκες.
to district
01
ρυθμίζουν τη στέγαση σε, ελέγχουν τη στέγαση σε
regulate housing in; of certain areas of towns
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
district
γ΄ ενικό πρόσωπο
districts
ενεστώτα μετοχή
districting
απλός αόριστος
districted
παθητική μετοχή
districted



























