Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to distrain
01
κατασχώ, διαστρώνω
to legally take someone’s property instead of the money they are owed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
distrain
γ΄ ενικό πρόσωπο
distrains
ενεστώτα μετοχή
distraining
απλός αόριστος
distrained
παθητική μετοχή
distrained
02
κατάσχω, διαστέλλω
levy a distress on
03
κατασχώ, διαστρώνω
legally take something in place of a debt payment



























