Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Distich
01
δίστιχο, ζεύγος
two items of the same kind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
distichs
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
δίστιχο, ζεύγος