Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Distemper
01
τέμπερα, ζωγραφική τέμπερα
a method of painting in which the pigments are mixed with water and a binder; used for painting posters or murals or stage scenery
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
distempers
02
τέμπερα, ζωγραφική τέμπερα
a painting created with paint that is made by mixing the pigments with water and a binder
03
τέμπερα, μπογιά τέμπερα
paint made by mixing the pigments with water and a binder
04
κακή διάθεση, ευερέθιστη διάθεση
an angry and disagreeable mood
05
η νόσος του Carré, η ασθένεια του στόματος
a contagious viral disease affecting animals, especially dogs, causing respiratory and gastrointestinal symptoms
Παραδείγματα
Dogs and cats should be vaccinated to protect them from distemper.
Τα σκυλιά και οι γάτες πρέπει να εμβολιάζονται για να προστατευτούν από την νόσο του Carré.
to distemper
01
ζωγραφίζω με τέμπερα, εφαρμόζω τέμπερα
to paint with a type of paint mixed with water and glue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
distemper
γ΄ ενικό πρόσωπο
distempers
ενεστώτα μετοχή
distempering
απλός αόριστος
distempered
παθητική μετοχή
distempered
Παραδείγματα
The artist chose to distemper the walls of the gallery to give it a unique texture.
Ο καλλιτέχνης επέλεξε να αποχρωματίσει τους τοίχους της γκαλερί για να του δώσει μια μοναδική υφή.
Λεξικό Δέντρο
distemper
temper



























