Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissociation
01
διάσπαση, αποσύνδεση
the action of separating or removing something from an association or connection
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The treaty allowed for dissociation of certain territories.
Η συνθήκη επέτρεψε τον αποχωρισμό ορισμένων εδαφών.
02
διάσταση, αποσύνθεση
(chemistry) the reversible process in which a molecule or compound splits into smaller molecules, atoms, or ions
Παραδείγματα
Reversible dissociation allows chemical equilibrium to be maintained.
Η αναστρέψιμη διάσπαση επιτρέπει τη διατήρηση της χημικής ισορροπίας.
Παραδείγματα
Dissociation is a complex phenomenon that involves alterations in consciousness, perception, and self-awareness.
Η αποσύνδεση είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο που περιλαμβάνει αλλαγές στη συνείδηση, την αντίληψη και την αυτογνωσία.
Λεξικό Δέντρο
dissociation
dissociate
dissoci



























