Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disservice
01
disservice, κακή υπηρεσία
an action that ultimately leads to a negative outcome, often due to lack of knowledge, care, or understanding of the situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disservices
Παραδείγματα
Failing to provide proper training and resources to employees is a disservice to their professional development and job performance.
Η αποτυχία παροχής κατάλληλης εκπαίδευσης και πόρων στους εργαζόμενους είναι μειονέκτημα για την επαγγελματική τους ανάπτυξη και την απόδοση στην εργασία.
Λεξικό Δέντρο
disservice
service



























