Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disservice
01
disservice, κακή υπηρεσία
an action that ultimately leads to a negative outcome, often due to lack of knowledge, care, or understanding of the situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
disservices
Παραδείγματα
Ignoring the concerns and feedback of customers can be a disservice to a business, leading to a decline in satisfaction and loyalty.
Η αγνόηση των ανησυχιών και των σχολίων των πελατών μπορεί να είναι ζημία για μια επιχείρηση, οδηγώντας σε μείωση της ικανοποίησης και της αφοσίωσης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disservice
service



























