Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dissent
01
διαφωνία, αντίθεση
a difference of opinion, especially from commonly accepted beliefs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dissents
Παραδείγματα
There was open dissent among the committee members over the proposal.
Υπήρχε ανοιχτή διαφωνία μεταξύ των μελών της επιτροπής σχετικά με την πρόταση.
02
διαφωνία, αντίθετη γνώμη
a formal statement in which a judge disagrees with the opinion or decision of the majority
εξειδικευμένο
Παραδείγματα
The justice wrote a powerful dissent challenging the court's reasoning.
Ο δικαστής έγραψε μια ισχυρή διαφωνία που αμφισβητούσε τη λογική του δικαστηρίου.
03
διαφωνία, διαμαρτυρία
the action of demonstrating opposition in public or organized form
Παραδείγματα
The streets filled with crowds showing dissent against the new law.
Οι δρόμοι γέμισαν με πλήθη που έδειχναν διαφωνία με τον νέο νόμο.
to dissent
01
διαφωνώ, αντιτίθεμαι
to give or have opinions that differ from those officially or commonly accepted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dissent
γ΄ ενικό πρόσωπο
dissents
ενεστώτα μετοχή
dissenting
απλός αόριστος
dissented
παθητική μετοχή
dissented
Παραδείγματα
She was known to often dissent during meetings, always challenging the prevailing views.
Ήταν γνωστή ότι συχνά διαφωνούσε κατά τις συναντήσεις, προκαλώντας πάντα τις επικρατούσες απόψεις.
02
αποστατώ, διαφωνώ
to disagree with or reject the doctrines of an orthodox or established church, often by withdrawing membership
Παραδείγματα
In the 16th century, many Christians dissented from the Church of England.
Τον 16ο αιώνα, πολλοί Χριστιανοί διαφώνησαν με την Εκκλησία της Αγγλίας.
Λεξικό Δέντρο
dissentious
dissent



























