Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
displeased
01
δυσαρεστημένος, απογοητευμένος
not content or happy with the quality or outcome of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most displeased
συγκριτικός βαθμός
more displeased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher was displeased with the students' noisy behavior.
Ο δάσκαλος ήταν δυσαρεστημένος με τη θορυβώδη συμπεριφορά των μαθητών.
Λεξικό Δέντρο
displeased
pleased
please



























