Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
displeased
01
δυσαρεστημένος, απογοητευμένος
not content or happy with the quality or outcome of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most displeased
συγκριτικός βαθμός
more displeased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He remained dissatisfied despite winning the game.
Παραμένει δυσαρεστημένος παρά τη νίκη του στο παιχνίδι.
Λεξικό Δέντρο
displeased
pleased
please



























