displeased
dis
dɪs
dis
pleased
ˈpli:zd
plizd
diseased

Ορισμός και σημασία του "displeased"στα αγγλικά

displeased
01

δυσαρεστημένος, απογοητευμένος

not content or happy with the quality or outcome of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most displeased
συγκριτικός βαθμός
more displeased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher was displeased with the students' noisy behavior. 

Ο δάσκαλος ήταν δυσαρεστημένος με τη θορυβώδη συμπεριφορά των μαθητών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store