Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dislodge
01
απομακρύνω, ξεκολλώ
to forcefully remove something that is stuck or fixed in a particular position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dislodge
γ΄ ενικό πρόσωπο
dislodges
ενεστώτα μετοχή
dislodging
απλός αόριστος
dislodged
παθητική μετοχή
dislodged
Παραδείγματα
She carefully dislodged the old painting from the wall without damaging it.
Αφαίρεσε προσεκτικά τον παλιό πίνακα από τον τοίχο χωρίς να τον καταστρέψει.
02
εκτοπίζω, αφαιρώ
remove or force from a position of dwelling previously occupied
03
απομακρύνω, μετακινώ
change place or direction



























