to dislodge
dis
dɪs
dis
lodge
ˈlɒʤ
loj
lodgedodgeraj

Ορισμός και σημασία του "dislodge"στα αγγλικά

to dislodge
01

απομακρύνω, ξεκολλώ

to forcefully remove something that is stuck or fixed in a particular position 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dislodge
γ΄ ενικό πρόσωπο
dislodges
ενεστώτα μετοχή
dislodging
απλός αόριστος
dislodged
παθητική μετοχή
dislodged
Παραδείγματα
The maintenance crew used a specialized tool to dislodge the clogged pipe. 

Η ομάδα συντήρησης χρησιμοποίησε ένα εξειδικευμένο εργαλείο για να απομακρύνει τη φραγμένη σωλήνα.

02

εκτοπίζω, αφαιρώ

remove or force from a position of dwelling previously occupied 
03

απομακρύνω, μετακινώ

change place or direction 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dislodgement
dislodge
lodge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store