to dislodge
Pronunciation
/dɪˈsɫɑdʒ/

Ορισμός και σημασία του "dislodge"στα αγγλικά

to dislodge
01

απομακρύνω, ξεκολλώ

to forcefully remove something that is stuck or fixed in a particular position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dislodge
γ΄ ενικό πρόσωπο
dislodges
ενεστώτα μετοχή
dislodging
απλός αόριστος
dislodged
παθητική μετοχή
dislodged
Παραδείγματα
She carefully dislodged the old painting from the wall without damaging it.
Αφαίρεσε προσεκτικά τον παλιό πίνακα από τον τοίχο χωρίς να τον καταστρέψει.
02

εκτοπίζω, αφαιρώ

remove or force from a position of dwelling previously occupied
03

απομακρύνω, μετακινώ

change place or direction

Λεξικό Δέντρο

dislodgement
dislodge
lodge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store