Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dislodge
01
απομακρύνω, ξεκολλώ
to forcefully remove something that is stuck or fixed in a particular position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dislodge
γ΄ ενικό πρόσωπο
dislodges
ενεστώτα μετοχή
dislodging
απλός αόριστος
dislodged
παθητική μετοχή
dislodged
Παραδείγματα
The maintenance crew used a specialized tool to dislodge the clogged pipe.
Η ομάδα συντήρησης χρησιμοποίησε ένα εξειδικευμένο εργαλείο για να απομακρύνει τη φραγμένη σωλήνα.
02
εκτοπίζω, αφαιρώ
remove or force from a position of dwelling previously occupied
03
απομακρύνω, μετακινώ
change place or direction



























