dishonor
dis
ˈdɪs
ντισ
ho
ɑ
α
nor
nɜr
νερρ
/dɪsˈɒnə/
dishonour

Ορισμός και σημασία του "dishonor"στα αγγλικά

to dishonor
01

ατιμάζω, καταστρέφω τη φήμη

bring shame or dishonor upon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dishonor
γ΄ ενικό πρόσωπο
dishonors
ενεστώτα μετοχή
dishonoring
απλός αόριστος
dishonored
παθητική μετοχή
dishonored
02

ατιμάζω, αθετώ την υπόσχεση

to refuse to do what was promised or agreed
03

ατιμάζω, βιάζω

force (someone) to have sex against their will
01

ατιμία, ντροπή

a state of shame, disgrace, or loss of respect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Dishonor can affect a person's reputation for years.
Η ατιμία μπορεί να επηρεάσει τη φήμη ενός ατόμου για χρόνια.
02

ατιμία, ντροπή

lacking honor or integrity
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store