Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dishonor
01
ατιμάζω, καταστρέφω τη φήμη
bring shame or dishonor upon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dishonor
γ΄ ενικό πρόσωπο
dishonors
ενεστώτα μετοχή
dishonoring
απλός αόριστος
dishonored
παθητική μετοχή
dishonored
02
ατιμάζω, αθετώ την υπόσχεση
to refuse to do what was promised or agreed
03
ατιμάζω, βιάζω
force (someone) to have sex against their will
Dishonor
01
ατιμία, ντροπή
a state of shame, disgrace, or loss of respect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Dishonor can affect a person's reputation for years.
Η ατιμία μπορεί να επηρεάσει τη φήμη ενός ατόμου για χρόνια.
02
ατιμία, ντροπή
lacking honor or integrity
Λεξικό Δέντρο
dishonored
dishonor
honor



























