to dishonor
dis
dɪs
dis
ho
ˈɒ
o
nor
afrikanerdonnergonerhonor
dishonour

Ορισμός και σημασία του "dishonor"στα αγγλικά

to dishonor
01

ατιμάζω, καταστρέφω τη φήμη

bring shame or dishonor upon 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dishonor
γ΄ ενικό πρόσωπο
dishonors
ενεστώτα μετοχή
dishonoring
απλός αόριστος
dishonored
παθητική μετοχή
dishonored
02

ατιμάζω, αθετώ την υπόσχεση

to refuse to do what was promised or agreed 
03

ατιμάζω, βιάζω

force (someone) to have sex against their will 
01

ατιμία, ντροπή

a state of shame, disgrace, or loss of respect 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He feared bringing dishonor to his family. 

Φοβόταν να φέρει ντροπή στην οικογένειά του.

02

ατιμία, ντροπή

lacking honor or integrity 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store