Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disheveled
01
ακατάστατος, ατημέλητος
having an untidy appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disheveled
συγκριτικός βαθμός
more disheveled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He always looked disheveled, even after spending hours getting ready in the morning.
Φαινόταν πάντα ατημέλητος, ακόμα και αφού πέρασε ώρες να ετοιμάζεται το πρωί.
Λεξικό Δέντρο
disheveled
dishevel



























