Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disharmonious
01
δυσαρμονικός, παράφωνος
(of a sound) having a lack of harmony, producing a harsh or jarring sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most disharmonious
συγκριτικός βαθμός
more disharmonious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The choir's performance was marred by disharmonious voices, disrupting the flow of the song.
Η παράσταση της χορωδίας καταστράφηκε από δυσαρμονικές φωνές, διαταράσσοντας τη ροή του τραγουδιού.
Λεξικό Δέντρο
disharmonious
harmonious
harmony



























