Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diseased
01
άρρωστος, πληγείς από ασθένεια
affected by a disease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diseased
συγκριτικός βαθμός
more diseased
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The diseased trees in the forest were marked for removal to prevent the spread of the invasive pest.
Τα αρρωστημένα δέντρα στο δάσος σημειώθηκαν για αφαίρεση για να αποτραπεί η εξάπλωση του εισβολέα παράσιτου.
Λεξικό Δέντρο
diseased
disease
ease



























