diseased
dis
ˈdɪs
ντισ
eased
i:zd
ιζντ
displeaseddisposed

Ορισμός και σημασία του "diseased"στα αγγλικά

01

άρρωστος, πληγείς από ασθένεια

affected by a disease 
diseased definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diseased
συγκριτικός βαθμός
more diseased
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, biology, condition
Παραδείγματα
The diseased plants showed signs of wilting and discoloration due to a fungal infection. 

Τα αρρωστημένα φυτά έδειξαν σημάδια μαράγματος και αποχρωματισμού λόγω μυκητιασικής λοίμωξης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

diseased
disease
ease
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store