disease
dis
ˈdɪs
dis
ease
i:z
iz
discase

Ορισμός και σημασία του "disease"στα αγγλικά

01

ασθένεια, νοσήματα

an illness in a human, animal, or plant that affects health 
disease definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
diseases
Παραδείγματα
Many are working tirelessly to eradicate this deadly disease. 

Πολλοί εργάζονται ακούραστα για την εξάλειψη αυτής της θανατηφόρας ασθένειας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

diseased
disease
ease
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store