Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disdain
01
περιφρόνηση, αδιαφορία
the feeling that someone or something is not worthy of respect or consideration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
περιφρόνηση, απαξίωση
a communication that indicates lack of respect by patronizing the recipient
to disdain
01
περιφρονώ, αποδοκιμάζω
to think of someone as unworthy of respect and attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disdain
γ΄ ενικό πρόσωπο
disdains
ενεστώτα μετοχή
disdaining
απλός αόριστος
disdained
παθητική μετοχή
disdained
Παραδείγματα
The professor was known to disdain students who did n’t meet his exacting standards.
Ο καθηγητής ήταν γνωστός ότι περιφρονούσε τους μαθητές που δεν πληρούσαν τα απαιτητικά του πρότυπα.
02
περιφρονώ, απαξιώνω
to not do something because of feeling superior
Παραδείγματα
They disdained helping with the project, thinking it was beneath their abilities.
Περιφρόνησαν να βοηθήσουν στο έργο, νομίζοντας ότι ήταν κάτω από τις ικανότητές τους.
Λεξικό Δέντρο
disdainful
disdain



























