Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discriminatory
01
διακριτικός, προκατειλημμένος
being biased or having a belief or attitude formed beforehand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discriminatory
συγκριτικός βαθμός
more discriminatory
διαβαθμίσιμο
02
διακριτικός
manifesting partiality
03
διακριτικός, ικανός να κάνει λεπτές διακρίσεις
capable of making fine distinctions
04
διακριτικός, προκατειλημμένος
containing or implying a slight or showing prejudice
Λεξικό Δέντρο
discriminatory
criminatory
crime



























