discouraging
dis
dɪs
dis
cou
ˈkʌ
ka
ra
ri
ging
ʤɪng
jing

Ορισμός και σημασία του "discouraging"στα αγγλικά

discouraging
01

αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός

causing one to lose hope or confidence 
discouraging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discouraging
συγκριτικός βαθμός
more discouraging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The long wait was discouraging, but they didn't give up. 

Η μεγάλη αναμονή ήταν αποθαρρυντική, αλλά δεν τα παράτησαν.

02

αποθαρρυντικός, αποτρεπτικός

expressing disapproval in order to dissuade 

Λεξικό Δέντρο

discouragingly
discouraging
discourage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store