Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discouraging
01
αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός
causing one to lose hope or confidence
Παραδείγματα
She found the lack of support from her colleagues discouraging.
Βρήκε την έλλειψη στήριξης από τους συναδέλφους της αποθαρρυντική.
02
αποθαρρυντικός, αποτρεπτικός
expressing disapproval in order to dissuade
Λεξικό Δέντρο
discouragingly
discouraging
discourage



























