discouraging
Pronunciation
/dɪˈskɝədʒɪŋ/, /dɪˈskɝɪdʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "discouraging"στα αγγλικά

discouraging
01

αποθαρρυντικός, αποκαρδιωτικός

causing one to lose hope or confidence
discouraging definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discouraging
συγκριτικός βαθμός
more discouraging
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She found the lack of support from her colleagues discouraging.
Βρήκε την έλλειψη στήριξης από τους συναδέλφους της αποθαρρυντική.
02

αποθαρρυντικός, αποτρεπτικός

expressing disapproval in order to dissuade

Λεξικό Δέντρο

discouragingly
discouraging
discourage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store