Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discolor
01
ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα
to become less attractive or vibrant in color
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discolor
γ΄ ενικό πρόσωπο
discolors
ενεστώτα μετοχή
discoloring
απλός αόριστος
discolored
παθητική μετοχή
discolored
1.1
αποχρωματίζω, αλλάζω το χρώμα
to alter the color of something in a way that makes it less attractive
02
ξεθωριάζω, χάνω το χρώμα
lose color or turn colorless
Λεξικό Δέντρο
discolor
color



























