Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disburse
01
διανέμω, καταβάλλω
to distribute money, funds, or resources, typically for various purposes or obligations
Transitive: to disburse money or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disburse
γ΄ ενικό πρόσωπο
disburses
ενεστώτα μετοχή
disbursing
απλός αόριστος
disbursed
παθητική μετοχή
disbursed
Παραδείγματα
The committee has recently disbursed grants to innovative projects.
Η επιτροπή έχει πρόσφατα διανείμει επιχορηγήσεις σε καινοτόμα έργα.
Λεξικό Δέντρο
disbursement
disburser
disburse



























