Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disburse
01
διανέμω, καταβάλλω
to distribute money, funds, or resources, typically for various purposes or obligations
Transitive: to disburse money or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disburse
γ΄ ενικό πρόσωπο
disburses
ενεστώτα μετοχή
disbursing
απλός αόριστος
disbursed
παθητική μετοχή
disbursed
Παραδείγματα
The finance department will disburse salaries to employees at the end of the month.
Το τμήμα οικονομικών θα κατανείμει τους μισθούς στους υπαλλήλους στο τέλος του μήνα.
Λεξικό Δέντρο
disbursement
disburser
disburse



























