Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disarrange
01
ανακατώνω, αποδιοργανώνω
to make something disorganized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disarrange
γ΄ ενικό πρόσωπο
disarranges
ενεστώτα μετοχή
disarranging
απλός αόριστος
disarranged
παθητική μετοχή
disarranged
Παραδείγματα
If they disarrange the seating for the meeting, it will be difficult to find space for everyone.
Αν ανακατέψουν τη διάταξη των θέσεων για τη συνάντηση, θα είναι δύσκολο να βρεθεί χώρος για όλους.
Λεξικό Δέντρο
disarrange
arrange



























