Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disapproval
01
αποδοκιμασία, καταδίκη
a feeling or expression of not agreeing with or liking something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
disapprovals
Παραδείγματα
Her parents showed disapproval of her decision.
Οι γονείς της έδειξαν αποδοκιμασία για την απόφασή της.
02
αποδοκιμασία, κατακραυγή
the expression of disapproval
03
αποδοκιμασία
the act of disapproving or condemning
04
αποδοκιμασία
an inclination to withhold approval from some person or group
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disapproval
approval



























