Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disapproval
01
αποδοκιμασία, καταδίκη
a feeling or expression of not agreeing with or liking something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She looked at him with disapproval when he arrived late.
Τον κοίταξε με αποδοκιμασία όταν άργησε να φτάσει.
02
αποδοκιμασία, κατακραυγή
the expression of disapproval
03
αποδοκιμασία
the act of disapproving or condemning
04
αποδοκιμασία
an inclination to withhold approval from some person or group
Λεξικό Δέντρο
disapproval
approval



























