Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Disappointment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her face showed clear disappointment when she didn’t get the promotion she had worked so hard for.
Το πρόσωπό της έδειξε σαφή απογοήτευση όταν δεν πήρε την προαγωγή για την οποία είχε εργαστεί τόσο σκληρά.
02
απογοήτευση, αποτυχία
an act (or failure to act) that disappoints someone
Λεξικό Δέντρο
disappointment
appointment
appoint



























