disabled
di
di
sa
ˈseɪ
sei
bled
bəld
bēld
disabused

Ορισμός και σημασία του "disabled"στα αγγλικά

01

ανάπηρος, αναπηρικός

completely or partial inability to use a part of one's body or mind, caused by an illness, injury, etc. 
disabled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He uses a wheelchair to get around because he is disabled. 

Χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι για να μετακινηθεί επειδή είναι ανάπηρος.

02

ανάπηρος, για άτομα με αναπηρία

relating to or designed for people who have physical, mental, or developmental conditions that may limit their movements, senses, or activities 
Παραδείγματα
The building has disabled access with ramps and elevators. 

Το κτίριο διαθέτει πρόσβαση για άτομα με αναπηρία με ράμπες και ασανσέρ.

01

ανάπηρος, άτομο με αναπηρία

a person who has a physical or mental condition that limits their movements, senses, or activities Part of Speech: 
disabled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disabled
Παραδείγματα
The building was updated to include ramps for the disabled. 

Το κτίριο ενημερώθηκε για να περιλαμβάνει ράμπες για ανθρώπους με αναπηρία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store