Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disabled
01
ανάπηρος, αναπηρικός
completely or partial inability to use a part of one's body or mind, caused by an illness, injury, etc.
Παραδείγματα
The disabled worker excels in their job despite facing challenges related to their condition.
Ο ανάπηρος εργαζόμενος διακρίνεται στη δουλειά του παρά τις προκλήσεις που σχετίζονται με την κατάστασή του.
02
ανάπηρος, για άτομα με αναπηρία
relating to or designed for people who have physical, mental, or developmental conditions that may limit their movements, senses, or activities
Παραδείγματα
He uses a disabled permit to park closer to store entrances.
Χρησιμοποιεί μια άδεια αναπήρων για να παρκάρει πιο κοντά στις εισόδους των καταστημάτων.
Disabled
01
ανάπηρος, άτομο με αναπηρία
a person who has a physical or mental condition that limits their movements, senses, or activities Part of Speech:
Παραδείγματα
The event organizers ensured accessibility for the disabled.
Οι διοργανωτές της εκδήλωσης εξασφάλισαν την προσβασιμότητα για τα άτομα με αναπηρία.
Λεξικό Δέντρο
disabled
disable
able



























