Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disabled
01
ανάπηρος, αναπηρικός
completely or partial inability to use a part of one's body or mind, caused by an illness, injury, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He uses a wheelchair to get around because he is disabled.
Χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι για να μετακινηθεί επειδή είναι ανάπηρος.
02
ανάπηρος, για άτομα με αναπηρία
relating to or designed for people who have physical, mental, or developmental conditions that may limit their movements, senses, or activities
Παραδείγματα
The building has disabled access with ramps and elevators.
Το κτίριο διαθέτει πρόσβαση για άτομα με αναπηρία με ράμπες και ασανσέρ.
Disabled
01
ανάπηρος, άτομο με αναπηρία
a person who has a physical or mental condition that limits their movements, senses, or activities Part of Speech:
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
disabled
Παραδείγματα
The building was updated to include ramps for the disabled.
Το κτίριο ενημερώθηκε για να περιλαμβάνει ράμπες για ανθρώπους με αναπηρία.
Λεξικό Δέντρο
disabled
disable
able



























