directive
di
daɪ
dai
rec
ˈrɛk
rek
tive
tɪv
tiv
advectivedetectiveaffectiveobjective

Ορισμός και σημασία του "directive"στα αγγλικά

01

οδηγία, εντολή

a clear instruction or order given to guide actions or decisions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
directives
Παραδείγματα
The company issued a directive outlining the new workplace safety protocols in response to the global health crisis. 

Η εταιρεία εξέδωσε μια οδηγία που περιγράφει τα νέα πρωτόκολλα ασφάλειας στον χώρο εργασίας ως απάντηση στην παγκόσμια κρίση υγείας.

01

κατευθυντικός, καθοδηγητικός

guiding or instructing by leading, showing the way, or giving directions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most directive
συγκριτικός βαθμός
more directive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager's tone was firm but directive, ensuring everyone knew their tasks. 

Ο τόνος του διευθυντή ήταν σταθερός αλλά κατευθυντικός, διασφαλίζοντας ότι όλοι γνώριζαν τις εργασίες τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store