directive
Pronunciation
/daɪˈɹɛktɪv/, /dɝˈɛktɪv/, /diˈɹɛktɪv/, /dɪˈɹɛktɪv/

Ορισμός και σημασία του "directive"στα αγγλικά

01

οδηγία, εντολή

a clear instruction or order given to guide actions or decisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
directives
Παραδείγματα
The software development team received a directive to prioritize the resolution of critical bugs before the next software release.
Η ομάδα ανάπτυξης λογισμικού έλαβε μια οδηγία να προτεραιοποιήσει την επίλυση κρίσιμων σφαλμάτων πριν από την επόμενη έκδοση του λογισμικού.
01

κατευθυντικός, καθοδηγητικός

guiding or instructing by leading, showing the way, or giving directions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most directive
συγκριτικός βαθμός
more directive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coach gave directive instructions during the drill.
Ο προπονητής έδωσε κατευθυντήριες οδηγίες κατά τη διάρκεια της προπόνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store