Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allele
01
αλληλόμορφο, γενετική παραλλαγή
one of two or more alternative forms of a gene that arise by mutation and are found at the same place on a chromosome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alleles
Παραδείγματα
Mutations can alter alleles, leading to changes in protein structure or function.
Οι μεταλλάξεις μπορούν να αλλάξουν τα αλληλόμορφα, οδηγώντας σε αλλαγές στη δομή ή τη λειτουργία των πρωτεϊνών.
Λεξικό Δέντρο
allelic
nonallele
allele



























