Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allele
01
αλληλόμορφο, γενετική παραλλαγή
one of two or more alternative forms of a gene that arise by mutation and are found at the same place on a chromosome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
alleles
Παραδείγματα
In Mendelian genetics, offspring inherit one allele from each parent for a particular trait.
Στη μεντελική γενετική, οι απόγονοι κληρονομούν ένα αλληλόμορφο από κάθε γονέα για ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό.
Λεξικό Δέντρο
allelic
nonallele
allele



























