Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diminution
01
μείωση, ελάττωση
the act of making something smaller or reducing its size or quantity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diminutions
Παραδείγματα
The diminution of the ice caps is a clear sign of climate change.
Η μείωση των παγόβουνων είναι ένα σαφές σημάδι της κλιματικής αλλαγής.
02
μείωση
the statement of a theme in notes of lesser duration (usually half the length of the original)
03
μείωση, ελάττωση
change toward something smaller or lower
Λεξικό Δέντρο
diminution
diminish



























