Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dilapidation
01
καταπάτηση, φθορά
the process of becoming dilapidated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dilapidations
02
φθορά, ερείπωση
(of a building, vehicle, or furniture) the state of being in poor condition or bad shape, particularly due to being old
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dilapidation
dilapidate



























