dike
dike
daɪk
daik
kikeliketykebike
dyke

Ορισμός και σημασία του "dike"στα αγγλικά

01

ανάχωμα, φράγμα

a wall built in order to stop water, especially from the sea, from entering an area 
dike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dikes
Παραδείγματα
The villagers relied on the dike to protect their homes from the rising sea levels. 

Οι χωρικοί βασίστηκαν στο ανάχωμα για να προστατεύσουν τα σπίτια τους από την ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

02

αρρενωπή λεσβία, οδηγός φορτηγού

(slang) offensive term for a lesbian who is noticeably masculine 
to dike
01

περιφράσσω με ανάχωμα, προστατεύω με ανάχωμα

enclose with a dike 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dike
γ΄ ενικό πρόσωπο
dikes
ενεστώτα μετοχή
diking
απλός αόριστος
diked
παθητική μετοχή
diked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store