Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to digress
01
αποκλίνω, ξεφεύγω από το θέμα
to steer away from the main subject and focus on a different topic in speech or writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
digress
γ΄ ενικό πρόσωπο
digresses
ενεστώτα μετοχή
digressing
απλός αόριστος
digressed
παθητική μετοχή
digressed
Παραδείγματα
While discussing the budget, he began to digress into unrelated financial details.
Ενώ συζητούσε τον προϋπολογισμό, άρχισε να αποσπάται σε άσχετες οικονομικές λεπτομέρειες.
02
αποκλίνω, ξεφεύγω
wander from a direct or straight course
Λεξικό Δέντρο
digression
digressive
digress



























