Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to digress
01
αποκλίνω, ξεφεύγω από το θέμα
to steer away from the main subject and focus on a different topic in speech or writing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
digress
γ΄ ενικό πρόσωπο
digresses
ενεστώτα μετοχή
digressing
απλός αόριστος
digressed
παθητική μετοχή
digressed
Παραδείγματα
I don't want to digress too far from the main point of my argument.
Δεν θέλω να αποκλίνω πολύ από το κύριο σημείο του επιχειρήματός μου.
02
αποκλίνω, ξεφεύγω
wander from a direct or straight course
Λεξικό Δέντρο
digression
digressive
digress



























