Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Digraph
01
δίγραφο, ζεύγος γραμμάτων
a pair of characters used to represent a single sound, such as "sh" or "th", in phonetics or linguistics
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
digraphs
Παραδείγματα
In the word "ship," the letters "sh" form a digraph representing the sound /ʃ/.
Στη λέξη "ship", τα γράμματα "sh" σχηματίζουν ένα διγραφήμα που αντιπροσωπεύει τον ήχο /ʃ/.



























