dignitary
dig
ˈdɪg
ντιγκ
ni
νι
ta
τα
ry
ri
ρι

Ορισμός και σημασία του "dignitary"στα αγγλικά

01

αξιωματούχος, προσωπικότητα

a person of importance in society due to high rank 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dignitaries

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store