Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dignitary
01
αξιωματούχος, προσωπικότητα
a person of importance in society due to high rank
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dignitaries



























