Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dig into
01
εμβαθύνω σε, εξερευνώ διεξοδικά
to focus deeply on a subject or issue for a complete examination
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
dig
ενεστώτας
dig into
γ΄ ενικό πρόσωπο
digs into
ενεστώτα μετοχή
digging into
απλός αόριστος
dug into
παθητική μετοχή
dug into
Παραδείγματα
The mechanic had to dig into the engine to diagnose and fix the mechanical problem with the car.
Ο μηχανικός έπρεπε να εμβαθύνει στον κινητήρα για να διαγνώσει και να διορθώσει το μηχανικό πρόβλημα με το αυτοκίνητο.
02
ανασκάπτω, ξοδεύω αφειδώς
to spend a significant amount of one's money, often on a particular activity or purchase
Παραδείγματα
With the unexpected medical expenses, the family had to dig into their emergency fund to cover the costs.
Με τα απρόοπτα ιατρικά έξοδα, η οικογένεια έπρεπε να σκάψει στο ταμείο έκτακτης ανάγκης της για να καλύψει τα έξοδα.



























