Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dieter
01
διατροφολόγος, άτομο σε δίαιτα
someone who is on a diet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dieters
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
dieter
diet



























