Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to diddle
01
εξαπατώ, κλέβω
to deceive someone through dishonesty, often resulting in the loss of something valuable
Transitive: to diddle sb | to diddle sb out of sth
Παραδείγματα
The online scammer diddled victims by selling them fake products through fraudulent websites.
Ο διαδικτυακός απατεώνας εξαπάτησε τα θύματα πουλώντας τους ψεύτικα προϊόντα μέσω δόλιων ιστοσελίδων.
02
παίζω, αψηφώ
to play or handle something, often in a trivial or careless way
Transitive: to diddle with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diddle
γ΄ ενικό πρόσωπο
diddles
ενεστώτα μετοχή
diddling
απλός αόριστος
diddled
παθητική μετοχή
diddled
Παραδείγματα
I caught him diddling with the keys, trying to figure out which one opened the door.
Τον έπιασα να παίζει με τα κλειδιά, προσπαθώντας να καταλάβει ποιο άνοιγε την πόρτα.
Λεξικό Δέντρο
diddler
diddle



























