Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dicky
01
ψεύτικο γιακά, αφαιρούμενο στήθος
a detachable accessory worn around the neck and chest area of a shirt or blouse to create the illusion of a full shirt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dickies
02
τρίτη μικρή θέση, βοηθητική θέση
a small third seat in the back of an old-fashioned two-seater
dicky
01
ελαττωματικός, χαλασμένος
(British informal) faulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dicky
συγκριτικός βαθμός
more dicky
διαβαθμίσιμο



























