dicky
di
ˈdɪ
ντι
cky
ki
κι
dinkydickeydiceyducky

Ορισμός και σημασία του "dicky"στα αγγλικά

01

ψεύτικο γιακά, αφαιρούμενο στήθος

a detachable accessory worn around the neck and chest area of a shirt or blouse to create the illusion of a full shirt 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
dickies
02

τρίτη μικρή θέση, βοηθητική θέση

a small third seat in the back of an old-fashioned two-seater 
01

ελαττωματικός, χαλασμένος

(British informal) faulty 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dicky
συγκριτικός βαθμός
more dicky
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
condition, reliability, objects

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store