Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Devotion
01
αφοσίωση, αγάπη
strong love and support expressed for a person or thing
Παραδείγματα
Jennifer 's philanthropic devotion was showcased through her tireless efforts in organizing charity events and fundraisers for local causes in need.
Η φιλανθρωπική αφοσίωση της Τζένιφερ εκτέθηκε μέσα από τις ακούραστες προσπάθειές της να οργανώσει φιλανθρωπικές εκδηλώσεις και συγκεντρώσεις κεφαλαίων για τοπικές ανάγκες.
02
αφοσίωση, αφοσίωση
dedication or strong commitment to a task, cause, or purpose
Παραδείγματα
The athlete 's devotion to training was remarkable.
Η αφοσίωση του αθλητή στην προπόνηση ήταν αξιοσημείωτη.
03
ευλάβεια, θρησκευτικότητα
acts of religious observance or prayer, often silent or personal
Παραδείγματα
The book guided the reader through daily devotions.
Το βιβλίο καθοδήγησε τον αναγνώστη μέσα από τις καθημερινές προσευχές.
04
αφοσίωση, ευσέβεια
religious zeal or fervent willingness to serve God
Παραδείγματα
Her devotion led her to dedicate years to missionary work.
Η αφοσίωσή της την οδήγησε να αφιερώσει χρόνια σε ιεραποστολικό έργο.



























