devotion
de
di
vo
ˈvəʊ
vew
tion
ʃən
shēn
deletiondeviationdevolutiondemotion

Ορισμός και σημασία του "devotion"στα αγγλικά

01

αφοσίωση, αγάπη

strong love and support expressed for a person or thing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Sarah's unwavering devotion to her family was evident in her tireless efforts to support them through every challenge they faced. 

Η ακλόνητη αφοσίωση της Σάρα στην οικογένειά της ήταν εμφανής στις ακούραστες προσπάθειές της να τους στηρίξει σε κάθε πρόκληση που αντιμετώπισαν.

02

αφοσίωση, αφοσίωση

dedication or strong commitment to a task, cause, or purpose 
Παραδείγματα
Her devotion to scientific research led to major discoveries. 

Η αφοσίωσή της στην επιστημονική έρευνα οδήγησε σε σημαντικές ανακαλύψεις.

03

ευλάβεια, θρησκευτικότητα

acts of religious observance or prayer, often silent or personal 
Παραδείγματα
He spent the morning in quiet devotion. 

Πέρασε το πρωί σε ήσυχη προσευχή.

04

αφοσίωση, ευσέβεια

religious zeal or fervent willingness to serve God 
Παραδείγματα
The nun's devotion to God was evident in her work. 

Η αφοσίωση της μοναχής στον Θεό ήταν εμφανής στο έργο της.

Λεξικό Δέντρο

devotional
devotion
devote
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store