devoted
Pronunciation
/dɪˈvoʊtɪd/

Ορισμός και σημασία του "devoted"στα αγγλικά

01

αφοσιωμένος, πιστός

expressing much attention and love toward someone or something
devoted definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most devoted
συγκριτικός βαθμός
more devoted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dog was devoted to its owner, following them everywhere and eagerly awaiting their return home.
Ο σκύλος ήταν αφοσιωμένος στον ιδιοκτήτη του, ακολουθώντας τον παντού και περιμένοντας με ανυπομονησία την επιστροφή του σπίτι.
02

αφοσιωμένος, αφιερωμένος

dedicated entirely to a particular purpose, task, or use
Παραδείγματα
The magazine is devoted to art and culture.
Το περιοδικό είναι αφιερωμένο στην τέχνη και τον πολιτισμό.

Λεξικό Δέντρο

devotedly
devotedness
devoted
devote
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store