deviant
de
ˈdi:
di
viant
viənt
viēnt
defiant

Ορισμός και σημασία του "deviant"στα αγγλικά

01

παρεκκλίνων, μη συμβατικός

departing from established customs, norms, or expectations 
deviant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deviant
συγκριτικός βαθμός
more deviant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist's deviant approach to sculpture challenged traditional forms, pushing the boundaries of contemporary art. 

Η παρεκκλίνουσα προσέγγιση του καλλιτέχνη στη γλυπτική αμφισβήτησε τις παραδοσιακές μορφές, προωθώντας τα όρια της σύγχρονης τέχνης.

01

παρεκκλίνων, περιθωριακός

a person whose behavior or actions significantly differ from societal norms, often seen as morally or socially unacceptable 
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deviants
Παραδείγματα
The deviant was arrested for repeatedly breaking the law. 

Ο παρεκκλίνων συνελήφθη για επαναλαμβανόμενη παραβίαση του νόμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store