Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devalue
01
υποτιμώ, μειώνω την αξία
to reduce the official worth or importance of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
devalue
γ΄ ενικό πρόσωπο
devalues
ενεστώτα μετοχή
devaluing
απλός αόριστος
devalued
παθητική μετοχή
devalued
02
αποτιμώ, υποτιμώ
lose in value
03
υποτιμώ, απαξιώνω
remove the value from; deprive of its value
Λεξικό Δέντρο
devalue
value



























