Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Detriment
01
ζημία, βλάβη
a damage, injury, or loss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
detriments
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
detrimental
detriment



























