detriment
det
ˈdɛt
det
ri
ri
ment
mənt
mēnt
determent

Ορισμός και σημασία του "detriment"στα αγγλικά

01

ζημία, βλάβη

a damage, injury, or loss 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
detriments

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

detrimental
detriment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store